μιλιάζω

μιλιάζω
μῑλῐ-άζω,
A measure by miles and mark by milestones, in [voice] Pass., Plb. 34.11.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • μιλιάζω — (Α) [μίλιον] τοποθετώ μιλιοδείκτες κατά μήκος τού δρόμου …   Dictionary of Greek

  • μιλιῶν — μιλιάζω measure by miles and mark by milestones fut part act masc voc sg μιλιάζω measure by miles and mark by milestones fut part act neut nom/voc/acc sg μιλιάζω measure by miles and mark by milestones fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεμιλιάσθαι — μιλιάζω measure by miles and mark by milestones perf inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μιλίζω — (Α) [μίλιον] μιλιάζω* …   Dictionary of Greek

  • μιλιασμός — μιλιασμός, ὁ (Α) [μιλιάζω] μέτρηση κατά μίλια και τοποθέτηση μιλιοδεικτών ανά μίλι …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”